Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Κόλαση και παράδεισος


 Του Χρίστου Χαραλαμπόπουλου,
για τη Sportday

Παρακολουθώντας για χρόνια το μοντέλο οργάνωσης του αγγλικού ποδοσφαίρου, τις μεταβολές του και την προσαρμοστικότητά του, διαπιστώνω ότι πολύ συχνά παρουσιάζει τερατώδεις αντιφάσεις. Μάλιστα, κάποιες από αυτές είναι εγγενείς και τόσο χαώδεις που θα μπορούσαν να σπιλώσουν τη λαμπερή εικόνα που έχει η Πρέμιερ Λιγκ, αλλά η μοναδική ικανότητα των Αγγλων στο ποδοσφαιρικό μάρκετινγκ καταφέρνει να κρύβει τα σκοτεινά σημεία της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής εμπορικής επιχείρησης στον πλανήτη. Πιθανόν κάποιος να αναρωτηθεί γιατί αυτά τα σκοτεινά σημεία, αυτές τις αντιφάσεις, δεν κάνει το αγγλικό ποδόσφαιρο κάποιες προσπάθειες για να τα εξαλείψει. Γιατί απλώς δεν μπορεί.


Το επιχειρηματικό μοντέλο της Πρέμιερ Λιγκ είναι δέσμιο του συστήματος που το εκμεταλλεύεται. Την τελευταία εβδομάδα παρατηρώ με προσοχή και περιέργεια την τελευταία μεγάλη αντίφαση. Μια αντίφαση που στον ένα της πόλο βρίσκεται το πολύ πετυχημένο μοντέλο της Αρσεναλ, το οποίο παράγει κέρδη και ποδοσφαιρικό θέαμα, και στον άλλο η Λίβερπουλ. Η μεγαλύτερη, η πιο ιστορική ίσως αγγλική ομάδα, με τις περισσότερες ευρωπαϊκές διακρίσεις, αγοράστηκε από δύο Αμερικανούς επιχειρηματίες, οι οποίοι μόνο στόχο είχαν το κέρδος. Ενα κέρδος που θα μπορούσαν να αποκομίσουν πουλώντας την ομάδα σε υψηλότατη τιμή. Τι κατάφεραν;

Φόρτωσαν την ομάδα με ένα χρέος 420 εκατομμυρίων ευρώ, μετέθεσαν στο μέλλον την ανοικοδόμηση καινούργιου γηπέδου –που θα έκανε ανταγωνιστικότερη την ομάδα–, αύξησαν τις τιμές των εισιτηρίων και την αποδυνάμωσαν αγωνιστικά αντί να την ενισχύσουν. Και τώρα οι Αμερικανοκαναδοί ιδιοκτήτες αναζητούν επενδυτές για να πουλήσουν τα μερίδιά τους σε υψηλότερη τιμή από εκείνη που αγόρασαν την ομάδα, στην οποία φυσικά φόρτωσαν τα δάνεια που πήραν για να την αγοράσουν. Βέβαια, το brand name της Λίβερπουλ παραμένει από τα ισχυρότερα στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο και υποθέτω ότι θα βρεθούν αγοραστές, αλλά με μια οικονομική κρίση σαν κι αυτή ποτέ δεν ξέρει κανείς τι επιπλοκές μπορεί να υπάρξουν.

Και μέχρι να βρεθεί λύση η Λίβερπουλ χάνει χρόνο και έδαφος στον ποδοσφαιρικό ανταγωνισμό. Αυτή η αντίφαση, της στιβαρής Αρσεναλ από τη μία και της προβληματικής Λίβερπουλ από την άλλη, δεν είναι η μόνη που χαρακτηρίζει το αγγλικό ποδόσφαιρο. Εκεί που συναντά κάποιος τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και την Αρσεναλ, τις ομάδες με την πρότυπη επιχειρηματική λειτουργία, συναντά παράλληλα και μια 16άδα ομάδων της Πρέμιερσιπ που αντιμετωπίζουν μεγάλα ελλείμματα στους προϋπολογισμούς τους. Σε όλη την Ευρώπη τα τηλεοπτικά δικαιώματα των ομάδων μειώθηκαν ή αυξήθηκαν ελάχιστα, στην Αγγλία σημείωσαν σημαντική αύξηση, αν και ο τρόπος διαπραγμάτευσης των δικαιωμάτων έχει μπει στο στόχαστρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εδώ και καιρό.

Εκεί που δοξάστηκε ο χουλιγκανισμός τα γήπεδα πλέον θυμίζουν θέατρα, αλλά το βρετανικό υπουργείο Εσωτερικών κάνει λόγο για την αυξητική τάση ενός νέου τύπου χουλιγκανισμού με ρατσιστικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, που εκδηλώνει την οργή του στα κέντρα των πόλεων ή στη μετακόμιση των Αγγλων οπαδών στο εξωτερικό. Την ίδια στιγμή οι ομάδες κάνουν τα πάντα για την καταπολέμηση της βίας και δεν μεταθέτουν τις ευθύνες στο κράτος. Στην Αγγλία, τη χώρα με τη μεγαλύτερη δημοκρατική παράδοση κοινοβουλευτισμού και προστασίας των ατομικών ελευθεριών (θυμηθείτε τη Magna Carta επί Ιωάννη του Ακτήμονα του Γ!), έχουν υιοθετηθεί νόμοι, όπως ο προ επταετίας για την καταπολέμηση του χουλιγκανισμού, με σοβαρά προβλήματα συνταγματικότητας. Στην Αγγλία, τη χώρα που αγωνίζονται οι περισσότεροι έγχρωμοι ποδοσφαιριστές μετά τη Γαλλία, παρουσιάζεται ο μεγαλύτερος αριθμός περιστατικών ρατσιστικής συμπεριφοράς, σε σημείο που μερικοί να αναρωτιούνται για την πρόοδο που επετεύχθη μετά το Χίλσμπορο.

Αντιφάσεων συνέχεια Στην Αγγλία, τη χώρα που οι ομάδες μπήκαν στο χρηματιστήριο (και βγήκαν λίγο αργότερα), το σύστημα είναι τόσο «ανοικτό» που επιτρέπει σε έναν Ρώσο όπως ο Αμπράμοβιτς να ξεπλένει τα χρήματα που απέκτησε επί Γέλτσιν από τη μεγάλη κλοπή των περιουσιακών στοιχείων της παλιάς Σοβιετικής Ενωσης. Στη χώρα που έγινε ο πρώτος «γάμος» της συνδρομητικής τηλεόρασης με το ποδόσφαιρο, δεκαπέντε χρόνια μετά, τα γήπεδα, αντί να αδειάζουν λόγω των πολλών τηλεοπτικών μεταδόσεων, γέμισαν. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του ποδοσφαίρου που παίζεται στην Αγγλία –αν εξαιρέσει κάποιος πέντε-έξι ομάδες– μπορούν να προκαλέσουν αλλεπάλληλα χασμουρητά και παρ' όλα αυτά το πρωτάθλημα της Πρέμιερσιπ το βλέπουν περισσότερες από 180 χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Στην Αγγλία, τη χώρα που ο σχολικός αθλητισμός έχει βαθιές ρίζες, που το αθλητικό σχολείο έχει ζωή 70 χρόνων και οι ομάδες υποστηρίζουν τα τμήματα υποδομής, περίπου το 60% των χρημάτων που ξοδεύτηκαν για μεταγραφές την τελευταία επταετία κατευθύνθηκε στο εξωτερικό για την απόκτηση –συχνά– ποδοσφαιριστών αμφιβόλου αξίας. Η χώρα που γέννησε το ποδόσφαιρο και διαμόρφωσε σχεδόν όλους τους κανόνες με βάση τους οποίους παίζεται το παιχνίδι σε επίπεδο εθνικής ομάδας δεν έχει να επιδείξει τίποτε καλύτερο από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966. Στη χώρα που –κατά γενική ομολογία– διεξάγεται το πιο σκληρό πρωτάθλημα της Ευρώπης και όπου αγωνίζονται μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου το πλαίσιο καταπολέμησης του ντόπινγκ είναι αδικαιολόγητα χαλαρό, ενώ οι έλεγχοι ντόπινγκ στους ποδοσφαιριστές είναι ελάχιστοι σε σχέση με άλλα πρωταθλήματα.

Στη χώρα που λειτουργούν θεσμοί όπως ο Συνήγορος του Φίλαθλου και η πανίσχυρη Επιτροπή Ανταγωνισμού του υπουργείου Εμπορίου υπάρχει μεγάλη διαφθορά, ιδίως στον τρόπο που λειτουργούν οι μάνατζερ και στη σχέση που έχουν με τις ομάδες, για την οποία όλοι κάνουν τα στραβά μάτια. Ολα αυτά τα αναφέρω διότι το συγκεκριμένο μοντέλο έχει οργανωθεί με πρώτο στόχο το κέρδος. Ενα στόχο που δεν μπορούν να τον πετύχουν όλοι όσοι το αντιγράφουν, πόσω μάλλον όταν το κάνουν τελείως αποτυχημένα.

Το κράτος-λάφυρο

Από το '96 και μετά –ιδιαίτερα– η αντιμετώπιση των κομμάτων όταν κερδίζουν την εξουσία απέναντι στο κράτος είναι πάρα, μα πάρα πολύ διδακτική. Αλλά μόνο για όσους θα ήθελαν να μάθουν κάτι από αυτή την ιστορία. Ενα χρήσιμο μάθημα είναι ότι τα δύο μεγάλα κόμματα αντιμετωπίζουν το κράτος σαν λάφυρο, που έρχεται στα χέρια τους αφού κερδίσουν τις εκλογές. Ο κρατικός μηχανισμός –και τα ταμεία φυσικά– θα στελεχωθούν από ανθρώπους της παρατάξεως για να είναι σίγουρο ότι η διαχείριση της κρατικής περιουσίας θα μείνει στα χέρια «των δικών μας». Ενα δεύτερο μάθημα αφορά την έλλειψη διαφάνειας στη διαχείριση της κρατικής περιουσίας και το ηθελημένα λειψό θεσμικό πλαίσιο που διέπει αυτή τη διαχείριση.

Ενα τρίτο μάθημα αφορά την υιοθέτηση της αρχής του «συμψηφισμού» με τα πεπραγμένα της προηγούμενης κυβέρνησης, σε περίπτωση που αποκαλυφθούν φαινόμενα απάτης ή κακοδιαχείρισης. Ενα τέταρτο και ίσως σημαντικότερο αφορά την αντίληψη η οποία συνδέει –ειδικά όταν συζητάμε για το ασφαλιστικό– το ύψος της σύνταξης με την επιτυχημένη ή όχι χρηματιστηριακή αξιοποίηση της περιουσίας των ταμείων. Την οποία θα διαχειρίζεται ένας «ειδικός», που στον χρηματιστηριακό καπιταλισμό μπορεί να αποδειχθεί και λαμόγιο. Που θα γλεντήσει με τη σύνταξή μας και με πολλά άλλα πράγματα που αποτελούν περιουσία του κράτους, η οποία θα πρέπει να ξεπουληθεί για να φέρει κέρδος. Σε κάποιους λίγους. Πάντοτε τους ίδιους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου